ΣΤΙΣ 100……………ΚΑΙΓΕΣΑΙ

Ιανουαρίου 18, 2010 4 Σχόλια
Της Μαργαρίτας Ηλιοπούλου

“Να αλλάξετε, αλλιώς θα βουλιάξετε”. Έτσι μας είπαν. Γι’αυτό και εμείς αλλάξαμε. Αλλά γιατί βουλιάζουμε ακόμα? Μάλλον δεν μαθαίνεις κολύμπι μέσα σε 100 ημέρες. Αγώνας επιβίωσης λοιπόν. Αγώνας να μείνει το κεφάλι πάνω από το νερό.
Διεθνής η οικονομική κρίση και διαρκής η δημοσιο- νομική δυσλειτουργία στην Ελλάδα. Λεφτά τελικά υπήρχαν, βρίσκονταν στου έμμεσους φόρους. Η νέα κυβέρνηση ακολούθησε δύο άξονες στην οικονομική πολιτική της. Πρώτον ανάκτηση εμπιστοσύνης από τις διεθνείς αγορές ( με υπουργό και πρωθυπουργό να εμφανίζονται πιο συχνά σε διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα παρά στο γραφείο τους) και εξοικονόμηση πόρων (με μείωση των κρατικών οχημάτων, ιδιωτικοποιήσεις με προηγούμενη επικοινωνιακά χρήσιμη διαπραγμάτευση, επιβαρυντικές για το ασφαλιστικό εθελούσιες εξόδους και περιορισμό της Eurovision).  Η νέα κυβέρνηση μαζεύει χαλικάκια, ενώ χρειάζεται τούβλα, για να χτίσει μια στέρεη οικονομία.
Μια χώρα που δεν παράγει σχεδόν τίποτα μπορεί μόνο να φορολογεί την παροχή υπηρεσιών, αλλά ούτε αυτό δεν έκανε μέχρι τώρα. Εξορθολογισμός της φορολογικής κλίμακας με τεκμήρια εισοδήματος, αποδείξεις και ταμειακές μηχανές στα ταξί. Μόνο που αυτό είναι σχέδιο για να βγει ο μήνας και όχι η τετραετία. Με τον ιδιωτικό δανεισμό στα ύψη (η αναστολή των κατασχέσεων δε λύνει το πρόβλημα – το αναστέλλει απλώς), το ασφαλιστικό στα πρόθυρα κατάρρευσης και την ανεργία να καλπάζει δεν προσπαθείς να κολλήσεις τα θρύψαλα μιας κατεστραμμένης και περιορισμένης αγοράς, αλλά μάλλον να αναμορφώσεις τις δομές της χώρας. Η όλη προσπάθεια έγκειται  μόνο στο να δανειστούμε με πιο ευνοϊκούς όρους, να εξαρτόμαστε δηλαδή με λίγη περισσότερη αξιοπρέπεια. Κυριαρχία σημαίνει όμως να παράγεις, να δημιουργείς, να ανταλλάσσεις και όχι να χρωστάς, να διαπραγματεύεσαι και όχι να ξεπουλάς.
Η νέα κυβέρνηση προώθησε και το μέτρο της πρόσληψης γενικών γραμματέων βάση ακαδημαικών προσόντων και όχι κομματικού φρονήματος. Όταν προεκλογικά έλεγε “για να προχωρούν οι άριστοι και όχι οι αρεστοί”, εννοούσε προφανώς οι άριστοι πολίτες και όχι οι άριστοι ομοϊδεάτες. Βέβαια ποιος να φανταζόνταν ότι χρειάζεται τόσος καιρός για να βρεθούν ικανοί πολίτες – τόσο δυσεύρετοι στις μέρες μας?- και πόσοι άραγε πιστεύουν ότι επελέγησαν πράγματι αυτοί. Η συμβολική και μόνο δύναμη της κίνησης έπληξε την απόλυτη κυριαρχία της κομματικά χρωματισμένης αναξιοκρατίας σε αυτή τη χώρα.
Ηλεκτρονική η επιλογή νέων στελεχών, ηλεκτρονική και η διαβούλευση επί των νέων νομοσχεδίων. Για πολλούς τέχνασμα ελεγχόμενης εκδήλωσης της κοινωνικής αντίδρασης που έτσι ελαχιστοποιεί το πολιτικό κόστος και τις μαζικές διεκδικήσεις. Συμβολικό και πάλι το βάρος της κίνησης. Θα μου πείτε προηγείται η εγκαθίδρυση των θεσμών και ακολουθεί η παιδαγωγική τους δύναμη. Τώρα ακόμα σπέρνουμε το έδαφος – οι καρποί θα ‘ερθουν αργότερα μαζί με την εμπιστοσύνη.
Οικονομικοκεντρική κυβερνητική πολιτική – ίσως επιβεβλημένη λόγω του ελλείμματος. Αλλά γιατί τόσο μονομερής? Προεκλογικά μας μιλούσαν μια μικρό κυβερνητικό σχήμα, ενώ πρόκειται για μονοδιάστατο, αν όχι ανύπαρκτο,  κυβερνητικό σχήμα. Υπάρχει το Υπουργείο Οικονομικών και όλα τα υπόλοιπα που το αντιπολιτεύονται στα πλαίσια μιας ιδιοτελούς εσωκομματικής και συχνά λαϊκίστικης “άμιλλας”. Το υπουργικό έργο εξαντλείται σε τηλεοπτικές εμφανίσεις, κάθαρση από γαλάζια υπολείμματα και παραπολιτικά χρήσιμες επιστολές.
Το μόνο ζήτημα που φαίνεται να προωθείται ίσως όχι τόσο από την κυβέρνηση, αλλά μάλλον από τα ΜΜΕ λόγω της επικοινωνικής του αξίας είναι η παροχή ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Κατ’ουσίαν δεν πρόκειται για νέο μέτρο, αλλά για εναργέστερη και λειτουργικότερη διευθέτηση της προυπάρχουσας νομοθετικής ρύθμισης. Όσοι δεν εναντιώνονται ουσιαστικά στο μέτρο το χαρακτηρίζουν ως μια κίνηση υποκρύπτουσα πολιτικές σκοπιμότητες και πάντως χρονικά απολύτως λανθασμένη λόγω της οικονομικής κρίσης. Βέβαια υποβαθμίζουμε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων όταν λέμε ότι πρέπει να αναζητούν ευνοϊκό κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, για να τεθούν. Η αυταξία τους υπερβαίνει κάθε εξορθολογισμένο, αν όχι καιροσκοπικό χρονοδιάγραμμα.
Όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της επεξεργασίας. Στις αρμόδιες επιτροπές ο νέος εκλογικός νόμος ( τίποτα ακόμα για μείωση του αριθμού των βουλευτών) , το νέο φορολογικό καθεστώς (δίκαια αυστηρό με κάποιες προνομιούχες κατηγορίες, αλλά όχι και με αυτές που θα συνέφεραν πραγματικά), η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού (χωρίς να συνοδεύεται από βελτίωση κράτους πρόνοιας και ήδη στοχοποιημένο από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις) και το  σχέδιο διοικητικής αναμόρφωσης Καλλικράτης (με ένα κάπως ύποπτο σε ορισμένα σημεία σύστημα αλληλοελέγχου). Η αλλαγή είναι απόφαση –ριζική και ασυμβίβαστη-, ο σχεδιαμός που μένει στα όρια της επιτροπής είναι πρόφαση – κοινωνικά άχρηστη και πολιτικά επικίνδυνη.
Και η αντιπολίτευση κατά το ήμισυ απέχουσα διαμαρτυρόμενη (αποχή από συνδικαλιστικά όργανα, αποχή από το διάλογο για το ασφαλιστικό) και κατά το έτερο ήμισυ ανασυγκροτούμενη και άλογα καταγγέλλουσα. Η πρώτη δεν ξεχνά τις πάγιες οπισθοδρομικές της απόψεις και η δεύτερη μάλλον ξεχνά πως 100 ημέρες πριν κυβερνούσε αυτή. Αντιπολίτευση και λαός αναζητούν το σχέδιο της νέας κυβέρνησης κάπου ανάμεσα στις καλές προθέσεις και στην ατολμία, στην υποσχόμενη αλλαγή και στην άκρως επιβαρυντική καθυστέρηση.
Η ορθοπεταλιά στην ανηφόρα φοβάμαι πως είναι ανάγκη και όχι πολιτική επιλογή. Ο πρωθυπουργός ξέρει καλά πως στο ποδήλατο αν προτιμήσεις την ταχύτητα θυσιάζεις την ασφάλεια. Αυτή η χώρα όμως τα χρειάζεται και τα δύο. Η καλή πολιτική είναι έγκαιρη πολιτική. Όχι των γρήγορων εντυπώσεων μα των ταχέων αποτελεσμάτων. Όχι των εύκολων υποσχέσεων μα των των δύσκολων αποφάσεων. Είναι η ώρα που ο βασιλιάς αποφασίζει αν θα εμφανιστεί γυμνός, όπως πραγματικά είναι,  αν θα δανειστεί πάλι κάτι ή αν θα αποφασίσει για πρώτη φορά να ράψει κάτι μόνος του.
Στις 100 ημέρες δεν καίγονται οι πολιτικές.
Καίγονται όμως σίγουρα οι υποσχέσεις.
Advertisements
Κατηγορίες:Διάφορα

Μια φορά και έναν καιρό…

Ιανουαρίου 17, 2010 2 Σχόλια

…υπήρχε ένα κάστρο παντοδύναμο, πραγματική υπερδύναμη που εξασφάλιζε ολοένα και υψηλότερο επίπεδο ζωής για τους πολίτες του. Χαρακτηριζόταν από πολύ μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και έναν διευρυμένο καταμερισμό εργασίας. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού εργαζόταν έξω από τα τείχη, εκεί όπου ο κίνδυνος παραμόνευε λόγω των συχνών λεηλασιών από ένοπλους ληστές. Όσοι δούλευαν εκτός των τειχών χλεύαζαν όσους παρέμεναν εντός γιατί τους θεωρούσαν ανίκανους και προστατευόμενους του βασιλιά, σε αντίθεση με εκείνους που διακινδύνευαν για να κερδίσουν βέβαια πολλαπλάσια κέρδη τα οποία ωστόσο στην σκληρή πραγματικότητα παρέμεναν όνειρο απατηλό για τους περισσότερους. Για την αντιμετώπιση των κινδύνων το κάστρο είχε κατασκευάσει πανύψηλα παρατηρητήρια τα οποία επόπτευαν τις δραστηριότητες των εκτός των τειχών ενώ είχε παράλληλα θέσει αυστηρούς κανόνες για τα χωρικά όρια όλων των παραγωγικών συντελεστών αλλά και για το στρατό και τα εφόδια που έπρεπε ανά πάσα στιγμή να είναι διαθέσιμα στο εσωτερικό του κάστρου.

Η κατάσταση ωστόσο δεν διατηρήθηκε ίδια. Οι εργαζόμενοι εκτός των τειχών ανακάλυψαν νέες παράκτιες περιοχές πέρα από τα όρια επίβλεψης του κράτους. Πίστεψαν πως είχαν ανακαλύψει τον παράδεισο! Χωρίς μάλιστα την προστασία του κάστρου γλίτωναν από ενοχλητικά βάρη και ξεδίπλωναν όλοι τους την ελευθερία. Σαν αποτέλεσμα της απληστίας τους η τήρηση των κανόνων του κάστρου θεωρήθηκε περιττή. Ο ενθουσιασμός τους διαδόθηκε στόμα με στόμα σε όλο τον οικισμό και τα παρατηρητήρια «έκαναν τα στραβά μάτια». Όλοι ήξεραν τι συνέβαινε. Όλοι εκτός από τον βασιλιά. Ή μήπως το ήξερε και αυτός; Τα οφέλη ήταν αρχικά πολλά αν και όχι για όλους. Ανακαλύφθηκαν νέα εργαλεία και νέες μέθοδοι καλλιέργειας, ξυλείας, αλιείας με αποτέλεσμα τα εφόδια να πολλαπλασιάζονται συνεχώς αλλά η ευφορία αυτή ήταν ιδιαίτερα ανισομερής. Κάποιοι πλούτισαν υπερβολικά σε βάρος άλλων και κάποιοι απέκτησαν τεράστια φήμη λόγω των εφοδίων που έφερναν στο κάστρο με αποτέλεσμα να εκλαμβάνουν τις παραγωγικές δραστηριότητες στις παράκτιες περιοχές ως κεκτημένο τους. Οι εργαζόμενοι εντός απαξιώθηκαν ενώ άρχισε να αναπτύσσεται το όραμα της οικονομικής δραστηριότητας χωρίς κανόνες. Οι εκτός των τειχών αξίωναν τώρα μεγάλο μέρος των εφοδίων του κάστρου να βγαίνει από τις αποθήκες κάθε φορά που ξεκινούσαν την αποστολή προς τις παράκτιες περιοχές αλλά και μεγάλο μέρος του στρατού αφήνοντας το κάστρο «γυμνό». Όσο φυσικά επέστρεφαν με περισσότερα κέρδη πίσω ήταν όλοι ευχαριστημένοι.

Τότε έγινε η πρώτη καταστροφή. Οι ληστές επιτέθηκαν στις ευάλωτες παράκτιες περιοχές και αιφνιδίασαν τους αχόρταγους παραγωγούς και κερδοσκόπους. Ένα τμήμα του στρατού ηττήθηκε κατά κράτος.  Τα νέα προκάλεσαν περισσότερο οργή παρά ταραχή. Ο βασιλιάς θεώρησε πως όσοι είχαν παραβεί τους κανόνες ήταν υπεύθυνοι για τον εαυτό τους και το κάστρο δεν θα έκανε τίποτα για να τους σώσει. Οι πρώτες απώλειες δεν έκαμψαν το φρόνημα κανενός. Οι εκτός των τειχών πλήρωσαν περισσότερους στρατιώτες για να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στις παραθαλάσσιες περιοχές. Εις μάτην όμως. Η φύλαξη των περιοχών αυτών ήταν αδύνατη, λόγω του ρευστού εδάφους και της αχανούς τους έκτασης. Η μεγάλη καταστροφή δεν άργησε να έρθει. Οι ληστές ξαναχτύπησαν και χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο τις περιοχές που είχαν καταλάβει ήδη με την πρώτη επίθεση άρχισαν να διαλύουν την παραγωγή των περιοχών κατατροπώνοντας τις πρόχειρες και επιπόλαιες δυνάμεις ασφαλείας. Στο άκουσμα της είδησης ο πανικός κυριεύει το κάστρο. Οι πολίτες κλείνονται στα σπίτια τους και αρνούνται να βγουν εκτός των τειχών φοβούμενοι για τη ζωή τους. Το ηθικό έχει απωλεσθεί και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς καταρρακώθηκε.

Αυτή τη φορά το κάστρο δεν μπορούσε να μην υπερασπιστεί τις παράκτιες περιοχές γιατί απειλούνταν με κατάρρευση ακόμα και το ίδιο. Τα εφόδια ήταν ελάχιστα και μειώνονταν συνεχώς. Έτσι, ο βασιλιάς που έχει αρχίσει να αισθάνεται την δυσαρέσκεια των μνηστήρων παίρνει το μεγαλύτερο στοίχημα: με σημείο αναφοράς τις συμβουλές του πατέρα του που αντιμετώπισε ανάλογη διακινδύνευση της βιωσιμότητας του κάστρου επιστρατεύει όλους τους πολίτες και διατάζει κατά μέτωπον επίθεση! Οι απελπισμένοι υπήκοοι γνωρίζουν πως δεν έχουν εναλλακτική. Η μεγαλύτερη εκστρατεία που έχει επιχειρήσει ποτέ το κάστρο είναι γεγονός. Η αλλαγή νοοτροπίας προφανής. Από εκεί που το κάστρο αδιαφορούσε για τις καταστροφές, τιμωρώντας εκδικητικά τους υπεύθυνους τώρα αντιλαμβάνεται πως χωρίς τις παραγωγές των τελευταίων δεν έχει τίποτα. Για να μαζέψει στρατό το κάστρο εξαναγκάζεται να ζητήσει μισθοφόρους από γειτονικά κάστρα μόνο που στερείται χρημάτων. Για αυτό το λόγο εκχωρεί τα δικαιώματα μελλοντικών κερδών του με την επιβάρυνση βεβαίως υψηλών τόκων.

Το μέγεθος του στρατού που συγκεντρώνεται είναι πρωτοφανές. Οι περιοχές ανακαταλαμβάνονται και το ηθικό των πολιτών αναπτερώνεται εν μέρει. Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το κάστρο στερείται βασικών εφοδίων και οι παραγωγικές υποδομές είναι κατεστραμμένες. Μόνη λύση είναι και πάλι ο δανεισμός από τους γείτονες του με ακόμα πιο επαχθείς όμως όρους λόγω της συνεχούς διόγκωσης των χρεών του και των δυσοίωνων προοπτικών. Η κατάσταση των εργαζομένων είναι πλέον δραματική. Αγωνίζονται ακόμα και για την επιβίωση τους προσπαθώντας να αναστηλώσουν την οικονομία την ίδια στιγμή που βλέπουν δίπλα τους τους υπεύθυνους να κυκλοφορούν με την ίδια υλική άνεση που τους χαρακτήριζε και πριν. Τώρα το κάστρο απειλείται με κατάρρευση ή παρατεταμένη ύφεση επειδή προσπάθησε να διασώσει τις επιχειρήσεις των παράκτιων περιοχών. Ότι ακριβώς θα πάθαινε και αν τις άφηνε να καταρρεύσουν. Τι ειρωνεία! Αυτό που γίνεται συνεπώς είναι το εξής: το κάστρο ως «σωτήρας» σώζει τις επιχειρήσεις αλλά δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του, ενώ οι «σωσμένες» επιχειρήσεις αδυνατούν να σώσουν την πραγματική οικονομία του κάστρου. Μικρότερες μαύρες τρύπες ενώνονται σε μία τεράστια που καταπίνει τα πάντα… Οι υπεύθυνοι όμως καταγγέλλουν τώρα την εκτίναξη του χρέους του κάστρου που τους εμποδίζει από την συγκέντρωση των απαραίτητων εφοδίων για να συνεχίσουν ό,τι έκαναν και πριν.

Υ.Γ.1: Η συνέχεια συμπληρώνεται κατά την κρίση του καθενός. Μπορεί να υιοθετηθεί μια πιο αισιόδοξη προσέγγιση περί περιοδικής ύφεσης και μακροπρόθεσμης βελτίωσης και αποτελεσματικότητας (Θεωρία δημιουργικής καταστροφής).

Υ.Γ.2: Αφετηρία αποτέλεσε το άρθρο 104 της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Υ.Γ.3: Οι συμβολισμοί των εννοιών ερμηνεύονται κατά την κρίση του καθενός.

Κατηγορίες:Διάφορα

ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ – ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΕΘΝΙΚ(ΙΣΤΙΚ)Η

Ιανουαρίου 14, 2010 6 Σχόλια
Της Μαργαρίτας Ηλιοπούλου
Η Ελλάδα του 2010 γεννά μόνο Έλληνες. Η ίδια χώρα το 1950 γεννούσε μετανάστες. Αλλάζουν οι καιροί και μαζί τους αλλάζουν και τα ήθη ή μάλλον αλλάζουν τα υποκείμενα της κάθε πλευράς. Αλλά ξέχασα τώρα μιλάμε για τους άλλους… Φαίνεται πως η Ελλάδα από χώρα εκπήγασης ενός ισχυρού μεταναστευτικού ρεύματος  έχει μετατραπεί σε χώρα “υπερευαίσθητων” πατριωτών και αυτοαποκαλούμενων  εθνικοφρόνων, οι οποίοι για να δικαιώσουν την “αγάπη” τους για την πατρίδα εκπληρώνουν όλες τους τις υποχρεώσεις, εφευρίσκουν εχθρούς εκτός και προσφάτως εντός των τειχών, αποδίδουν πιστοποιητικά πατριωφροσύνης, καταγγέλουν ως ανθέλληνες και εθνομηδενιστές όσους δε συντάσσονται με τα παραληρήματά τους και μονοπωλούν την ιδιότητα του πολίτη αρνούμενοι την αναγνώριση στοιχειωδών δικαιωμάτων σε μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού ενάντια σε κάθε λογική δικαίου και ορθώς νοούμενου πατριωτισμού. Δεν μπορούν να αλλάξουν θέμα και κυρίως δεν μπορούν να αλλάξουν άποψη, πληρώντας έτσι και τις δυο προυποθέσεις του Τσόρτσιλ, για να χαρακτηριστούν φανατικοί.
Σίγουρα πολλά είναι τα επιχειρήματα που επιστρατεύουν εναντίον του νομοσχεδίου για την πολιτική συμμετοχή των νόμιμων και μακρόχρονα διαβιούντων μεταναστών στην Ελλάδα. Τα περισσότερα από αυτά θα καταρρίπτονταν ίσως με μια απλή ανάγνωση του νομοσχεδίου, αλλά “όπως τα νέφη σκοτεινιάζουν τον ουρανό, έτσι και τα πάθη σκοτεινιάζουν το λογικό”.  Ο ακρογωνιαίος λίθος της επιχειρηματολογίας τους (όση μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στις ύβρεις, τις απειλές και τις προσβολές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) είναι το ότι τα άτομα αυτά δεν είναι και δεν αισθάνονται Έλληνες. Δεν μετέχουν δηλαδή του εθνικού φρονήματος. Για να αισθανθούν και αυτοί καλύτερα, πρέπει να τους ενημερώσουμε πως η παροχή ιθαγένειας ούτε προαπαιτεί, αλλά ούτε και περιλαμβάνει το εθνικό φρόνημα. Το φρόνημα δεν απονέμεται, όπως ακριβώς δεν επιβάλλεται  (αν και κατασκευάζεται).  Η ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός ανάμεσα σε ένα πρόσωπο και ένα κράτος. Πρόκειται δηλαδή για μια νομική κατασκευή που εντάσσει το άτομο στο λαό ενός κράτους και όχι στο έθνος. Το να είναι κάποιος πολίτης ενός κράτους δε σημαίνει τίποτα άλλο από το ότι έχει συγκεκριμένα δικαιώματα (π.χ. πολιτικά) και συγκεκριμένες υποχρεώσεις (π.χ. φορολογικές). Η εθνική ιδιότητα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι  η κοινή συνείδηση απόρροια του ιστορικού παρελθόντος, της κοινής γλώσσας ή θρησκείας και ενδεχομένως των ιδανικών που θα εξασφαλίσουν τη συνέχεια του έθνους στο μέλλον. Η ιθαγένεια είναι μια νομική ιδιότητα και η εθνικότητα μια πραγματική ιδιότητα. Εκ των πραγμάτων λοιπόν το εθνικό φρόνημα είναι αδύνατον να αποτυπωθεί σε νομικά κείμενα πόσο μάλλον να πληγεί από αυτά. Αν νιώθει πως απειλείται, μάλλον δεν ευθύνεται μια νομοθετική πρωτοβουλία, αλλά τα σαθρά θεμέλιά του. Δεν ξέρω αν “είμαστε έθνος και όχι κράτος”, αλλά αυτό σίγουρα δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ενός νόμου.  Άλλωστε το αν ανήκει κάποιος σε ένα έθνος ή όχι είναι κατ’αρχήν μια ενδιάθετη κατάσταση και σχετίζεται με το πώς νιώθει ένα άτομο για ένα έθνος. Ο εσωτερικός κόσμος των ανθρώπων μέχρι να εξωτερικευτεί δεν είναι διαπιστώσιμος, άρα ούτε και ποινικοποιήσιμος. Αν και αυτό μπορεί να στεναχωρεί κάποιους, ο τρόπος που οι άνθρωποι αισθάνονται και σκέφτονται δεν ελέγχεται και υπερβαίνει ακόμα και τους νόμους.

Αλλά ακόμα και εθνικό φρόνημα να απαιτούνταν δεν είμαι και τόσο σίγουρη που δεν μπορεί να το εντοπίσει κάποιος στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Στα παιδιά εκείνα που μόνο μια πατρίδα γνώρισαν-την Ελλάδα, μόνο μια γλώσσα μίλησαν –την ελληνική, μόνο έναν εθνικό ύμνο έμαθαν- τον Ελληνικό. Το να είσαι Έλληνας δεν είναι a priori τίτλος τιμής, για να μονοπωλείται καταχρηστικά, αλλά γίνεται τίτλος τιμής, όταν όσοι τον φέρουν τιμούν με τη στάση τους τις έννοιες της δημοκρατίας, της ισοπολιτείας, της δικαιοσύνης και των ανθρώπινων δικαιωμάτων και μοιράζονται την ίδια τιμή με όσους αξίζουν να τη φέρουν.  Το να αποκλείεις παραδειγματικά από τους δικαιούχους της ελληνικής ιθαγένειας δεκάδες κατηγορίες παραβατικών μεταναστών σε μια έξαρση αυστηρότητας δε σημαίνει πως οι ήδη φέροντες την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη μετέχουν κάποιας ποιοτικά ανώτερης φύσης. Αντίθετα πολλοί Έλληνες με τη συμπεριφορά τους προσβάλλουν την έννοια του πολίτη, ενώ πολλοί μετανάστες με τη δράση τους τη δικαιούνται και ας μη την φέρουν.
Άλλο προσφιλές επιχείρημα είναι η αλλοίωση του εκλογικού σώματος. Το νόημα ακριβώς του σύγχρονου αντιπροσωπευτικού εκλογικού συστήματος είναι κάποιοι αιρετοί να λαμβάνουν αποφάσεις για όλους ή ακριβέστερα για αυτούς, στους οποίους εντοπίζεται ο αντίκτυπος αυτών των αποφάσεων. Η νομιμοποίηση των αντιπροσώπων και συνεπώς το κύρος των αποφάσεών τους εξαρτάται εν πολλοίς από τα ποικίλα συμφέροντα και το εύρος των αντιπροσωπευομένων.  Ο αποκλεισμός ακριβώς των μεταναστών από το εκλογικό σώμα θα συνιστούμε τη μέγιστη νόθευσή του. Οι μετανάστες νομιμοποιούνται για πολλούς να μετέχουν στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς πρόκειται για ζητήματα της καθημερινότητας (και πιθανώς μειωμένης πολιτικής βαρύτητας).  Όμως δε νομιμοποιούνται να μετέχουν στις εθνικές εκλογές, καθώς τα ζητήματα υγείας, παιδείας, ασφάλειας και οικονομίας σαφώς δεν εμπίπτουν στην καθημερινότητα!!!!!!
Και αν το βασικό αντεπιχείρημα είναι πως δεν γίνεται να αποφασίζουν για την εξωτερική πολιτική και τα λοιπά εθνικά ζητήματα, ας αντιληφθούν όλοι πως στον 21ο αιώνα με την Ελλάδα μέλος νομικών μορφωμάτων ευρωπαικού και διεθνούς επιπέδου και δέσμια πολλών συμβάσεων η εξωτερική πολιτική δεν έχει το παραδοσιακό νόημα της κήρυξης πολέμου ή της χάραξης συνόρων, αλλά αφορά τη ρύθμιση διακρατικών σχέσεων σε οικονομικό-συναλλακτικό ως επί το πλείστον επίπεδο. Και αν κάποιοι επικαλούνται ως κίνδυνο την Τσαμουριά, είναι μάλλον οι ίδιοι που ονειρεύονται ελληνική την Αγια-Σοφιά αποδεικνύοντας πόσο ταυτίζεται ο τρόπος σκέψης των “υπερπατριωτών”.  Λένε και πράττουν κατ’ουσίαν τα ίδια, αλλάζουν μόνο το αντικείμενο του μίσους τους και ασυνείδητα μεταδίδουν την αρρώστια που θα αφανίσει και τους ίδιους. Ίσως τελικά ο εθνικισμός να είναι η πιο υπερεθνική ιδέα……..
Απαιτούν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ως μοναδικό τρόπο νομιμοποίησης του νομοσχεδίου, καθώς η πλειοψηφία του λαικού σώματος δεν εγκρίνει μια ανεύθυνη και καιροσκοπική πολιτική κίνηση.  Πέρα από τα νομικά επιχειρήματα αποκλεισμού αυτής της επιλογής υπάρχουν και τα απολύτως λογικά. “Στη Δημοκρατία το μεγαλύτερο δημοψήφισμα είναι οι εκλογές”. Το πρόσφατα εκλεγμένο κυβερνόν κόμμα τα τελευταία χρόνια (επισήμως από το 2008 ο Τομέας Κοινωνικής Ένταξης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) ανέφερε στο πρόγραμμά του “Όλοι οι μετανάστες που βρίσκονται στην Ελλάδα, επιβάλλεται να νομιμοποιηθούν. Με ξεχωριστούς κανόνες και διαδικασίες ο καθένας. Η χορήγηση της άδειας παραμονής και εργασίας, στη δεύτερη γενιά μεταναστών, πρέπει να γίνει χωρίς όρους και, με χορήγηση της ιθαγένειας σε όσα παιδιά γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα και, αυτόματη απόκτηση μετά την παρέλευση τριετίας, για όλα τα υπόλοιπα που είναι μαθητές στη χώρα μας”.  Ανεύθυνο δεν είναι το κόμμα που η μετεκλογική του πρακτική συνάδει με την προεκλογική του ρητορεία. Ανεύθυνος είναι ο πολίτης που προσέρχεται στις εκλογές χωρίς να έχει μελετήσει προηγουμένως τα προγράμματα των κομμάτων που ψηφίζει!!!  Το νόημα του δημοψηφίσματος είναι να αποφασίζουν όλοι για κάτι που τους αφορά όλους και όχι οι πολλοί για κάτι που αφορά λίγους. Δεν υπηρετεί τη σκοπιμότητα του δημοψηφίσματος να μην εγκρίνουν οι προνομιούχοι και δυνατοί τη χορήγηση προνομίων στους ασθενέστερους. Οι υπερπατριώτες πάσχουν από σύγχυση εννοιών, καθώς αυτό που ζητούν δεν είναι δημοψήφισμα, αλλά φασιστοειδής δεσποτισμός.
Βέβαια ο νόμος δεν είναι ιδιαιτέρως ριζοσπαστικός ούτε υπεράνω πολιτικών σκοπιμοτήτων.  Ήδη με τον ισχύοντα Κώδικα Ιθαγένειας περισσότεροι από 100.000 νόμιμοι μετανάστες χρόνια διαμένοντες στη χώρα θα μπορούσαν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Και πάλι η ιθαγένεια χορηγείται μετά από αίτησή τους και όχι αυτόματα, αλλά αρκεί η πενταετής νόμιμη παραμονή τους.  Με μια πρώτη ανάγνωση φαίνεται να αφορά μόνο τους νόμιμους μετανάστες, αλλά εμμέσως διευκολύνει και μη νόμιμους ως ανιόντες των πρώτων. Επιπλέον εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Μόλις το 2,5 των μεταναστών βρίσκεται σε ηλικία συνταξιοδότησης. Η συντριπτική τους πλειοψηφία βρίσκεται στην πλέον παραγωγική ηλικία και μάλιστα δραστηριοποιείται στον τομέα της ανειδίκευτης εργασίας. Το όφελος για μια χώρα με δημογραφικό και κατ’επέκταση ασφαλιστικό πρόβλημα είναι προφανές. Άλλωστε η διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων για το σύνολο του εργατικού σώματος μόνο προς ενδυνάμωση των απαιτήσεών του μπορεί να οδηγήσει.  Ως προς την ιδεολογική τους ταυτότητα η πλειοψηφία τοποθετείται στην κεντροαριστερά.  Άσχετα όμως με τις ψηφοθηρικές σκοπιμότητες κάθε πολιτικής ηγεσίας είναι ευθύνη της κοινωνίας να τους εντάξει στους κόλπους της με καθαρά ανθρωπιστικά κριτήρια , για να επιτύχει μια ουσιαστική και όχι επίπλαστη πολυπολιτισμικότητα.
Πολλοί δε διαλέγουν τον τόπο που θα μείνουν. Δε διαλέγουν τη γλώσσα που θα μιλάνε, τον εθνικό ύμνο που θα απαγγέλουν, τη σημαία που θα σέβονται, τον ουρανό που  θα κοιτάνε. Η ζωή τους στέρησε τα όσα ήξεραν ως οικεία και τους χάρισε ξένα. Αυτά τα ξένα έμαθαν να τα εκτιμούν και να τα σέβονται. Ίσως να μην τα διάλεξαν, αλλά τα αγάπησαν και έτσι τα έκαναν δικά τους. Δεν τους τα δίνουμε εμείς – τα έχουν ήδη.  Πρέπει επιτέλους όλοι να καταλάβουμε πως τις πατρίδες δεν μας τις δίνουν ούτε οι καινοτόμες νομοθετικές πρωτοβουλίες ούτε οι πολιτικές συγκυρίες. Τις πατρίδες μας τις χαρίζει ο χρόνος και η ζωή. Την πατρίδα του καθένας δεν τη βρίσκει με το χάρτη, αλλά με την καρδιά.
Κατηγορίες:Διάφορα

ΜΕ ΛΕΤΕ ΚΡΑΤΟΣ

Ιανουαρίου 5, 2010 12 Σχόλια
Με επικαλείστε καθημερινά-περισσότερες μάλιστα από μια φορές και για περισσότερα από ένα θέματα. Με θεωρείτε υπεύθυνο για ό,τι κακό γίνεται και υπαίτιο για ό,τι φαίνεται να πλήττει τα συμφέροντά σας. Μου αποδίδετε το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και με κατηγορείτε ότι δια των οργάνων μου τη στρέφω εναντίον σας. Μου προσάπτετε ότι αναπτύσσω περίπλοκους διοικητικούς μηχανισμούς που δυσχεραίνουν την καθημερινότητά σας. Μου λέτε πως αδιαφορώ ακόμα και για τις στοιχειώδεις βιοτικές σας ανάγκες και δε φροντίζω να σας παράσχω παιδεία, περίθαλψη, ασφάλιση κλπ. Μου λέτε πως συστηματικά καταπατώ τα νόμιμα δικαιώματα σας και μεθοδεύω το δίκαιο. Με χαρακτηρίζετε αναποτελεσματικό, αναξιοκρατικό, καταπιεστικό και άδικο. Ας δούμε όμως τι έχω να πω και εγώ για όλους εσάς………. τα αυτοαποκαλούμενα θύματα του κρατικού μηχανισμού.
Σχεδόν όλοι οι πολιτικοί επιστήμονες που με έχουν μελετήσει έχουν διατυπώσει και ένα ορισμό. Τα εννοιολογικά στοιχεία στα οποία καταλήγουν για εμένα είναι η διαρκής σε νομικό πρόσωπο οργάνωση λαού μόνιμα εγκατεστημένου σε χώρα που ασκεί αυτοδύναμη εξουσία. Άλλοι –οι πλέον μετριοπαθείς κρατιστές-  με θεωρούν απλώς ως το πρακτικό-διαδικαστικό σκέλος υλοποίησης της βούλησης του λαικού σώματος, ενώ άλλοι –κατεξοχήν οι μαρξιστές- θεωρούν ότι αποτελώ αστικό κατασκεύασμα υπερκείμενο του λαού που απομακρύνεται από τις ανάγκες της λαικής βάσης και εκμεταλλεύεται ακριβώς την αδυναμία συνειδητοποίησης και αυτοοργάνωσής της  καταλήγωντας να εξυπηρετεί άλλης φύσεως συμφέροντα.

Πάντως όλοι συμφωνούν στο ότι κατέχω εξουσία , ίσως της μέγιστης δυνατής ισχύος και νομιμότητας, η οποία μάλιστα αφορά
ανεξαιρέτως το σύνολο του λαού όσον αφορά την εφαρμογή της, αλλά όχι και όσον αφορά την αποδοχή της. Η νομιμοποίηση δεν καταγράφεται ως προαιτούμενο άσκησης της κρατικής εξουσίας. Μάλλον τυχαία (?)  οι πολίτες δεν εντάσσουν στις εννοιολογικές προυποθέσεις λειτουργίας των κρατικών θεσμών το μοναδικό στοιχείο που εμπλέκει και τους ίδιους αποποιούμενοι
εμμέσως κάθε ενδεχόμενη ευθύνη στρεβλής κρατικής δράσης.
Βέβαια δεν απέχουν παντελώς από το “παιχνίδι” – απλώς επιφυλάσσουν στον εαυτό τους ένα πολύ πιο ενδιαφέροντα ρόλο, αυτόν του επιβλέποντος και ενίοτε παθόντος κριτή. Δηλώνουν σε κάθε δημοσκόπηση (πιθανώς με μια ανομολόγητη έπαρση τέλεσης του καθήκοντός τους ως πολιτών) τη μη ικανοποίησή τους από τις παρεχόμενες κρατικές υπηρεσίες. Προς επίρρωση των λεγομένων τους σπεύδουν να επιστρατεύσουν σωρεία παραδειγμάτων από τον καθημερινό βίο που καταδεικνύουν το πώς το κράτος είναι κατώτερο των αναγκών των πολιτών και σαφώς ποιοτικά υποδεέστερο του ήθους που οι ίδιοι επιδεικνύουν.
ü Μόνιμα καταγγελλτικός λόγος για τη χαμηλού επιπέδου εξυπηρέτηση στις δημόσιες υπηρεσίες που επανδρώνονται με ανάξιους υπαλλήλους ελλιπέστατης κατάρτισης και τάσεις διαφθοράς. Οι καταγγέλλοντες προκειμένου να προωθήσουν τις υποθέσεις τους μπορεί να απευθυνθούν σε κάποιο βουλευτικό γραφείο κατά την προσφιλή ελληνική συνήθεια. Του ίδιου “προνομίου” έκαναν χρήση προηγουμένως και οι υπάλληλοι που δεν τους εξυπηρέτησαν, για να απολαύσουν την ασφαλή μονιμότητα του δημοσίου. Τα “μεγάλα πνεύματα” των ανεύθυνων πολιτών συναντούνται σε ένα φαύλο κύκλο αυτοκαταστροφής και αλληλοαναίρεσης. Το δόγμα “Εγώ-σήμερα- μόνος” αντί “όλοι-πάντα-από κοινού”.
ü Την ασφάλεια της ίδιας μονιμότητας επιζητεί και η νέα γενιά –γνήσιο τέκνο των παλαιότερων-, η οποία προσπαθεί να ικανοποιηθεί ακόμα και με υβρίδια δημοσιοϋπαλληλίστικης ασφάλειας, όπως τα stage. Το πιο εν δυνάμει παραγωγικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας σπαταλά την ενεργητικότητα του προκρίνοντας την ασφάλεια έναντι της δημιουργίας αντί να εγκαθιδρύσει  νέες παραγωγικές δομές και να αποθεώσει τη νεανική επιχειρηματικότητα. Βιογραφικά υψηλού επιπέδου διαμαρτύρονται πως καταλήγουν σε ανασφάλιστη εργασία των 700 ευρώ, μην έχοντας καν προσπαθήσει προηγούμενως  να υπερβούν το ξεπερασμένο εργασιακό καθεστώς με την προώθηση καινοτόμων επαγγελματικών προγραμμάτων. Αντιμετωπίζουν την αγορά εργασίας σαν απροσπέλαστο τοίχο και όχι σαν γόνιμο έδαφος, γιατί στη δεύτερη περίπτωση θα έπρεπε να αναλάβουν και τη σπορά του.
ü Φαίνεται να εφαρμόζουν στην αγορά εργασίας τις ίδιες μηδενιστικές λογικές άρνησης που εφάρμοσαν και στον τομέα της εκπαίδευσης. Το δημόσιο σχολείο τους ανήκει –δεν το καταλαβαίνουν και  το κλείνουν. Η κατάληψη είναι μια διαμαρτυρία χωρίς πρόταση και η κακή παιδεία μένει έτσι ένα πρόβλημα χωρίς λύση.
ü Και οι εκπαιδευτικοί όμως δεν υιοθετούν την προσήκουσα στάση με πολλούς από αυτούς να εμπλέκονται άμεσα στην παραπαιδεία ξεχνώντας πως δεν μπορείς να πιστεύεις  ταυτόχρονα σε δύο κυρίους. Η αποστροφή τους δε προς τη λογοδοσία τους οδηγεί να μην αντιμετωπίζουν την αξιολόγηση ως λογική και δίκαιη διαδικασία επιβράβευσης όσων αξίζουν, αλλά ως προσβλητική κρατική επέμβαση θίγουσα την ακαδημαική τους ελευθερία.
ü Έτερο προσφιλές πεδίο ανάπτυξης της πολεμικής τους εναντίον του κράτους είναι ακόμη το άδικο φορολογικό σύστημα που εξασθενεί τα μεσαία και κατώτερα στρώματα και ευνοεί την άνιση κατανομή του πλούτου. Την ίδια στιγμή οι μεν δεν παραδίδουν αποδείξεις, όπως οφείλουν, οι δε δεν ζητούν αποδείξεις, όπως επίσης οφείλουν, και περιμένουν από το κράτος να “μαντέψει” το πραγματικό εισόδημα των πρώτων και τα πραγματικά έξοδα των δεύτερων, ώστε να τους φορολογήσει αναλόγως. Σε ένα φορολογικό σύστημα που χρειάζεται βελτιωτικές κινήσεις, οι πολίτες απαντούν με αγκίστρωση στα καταχρηστικά προνόμια της επαγγελματικής τους ομάδας και φοροδιαφυγή (μόνο το 20% των ασφαλισμένων καταβάλλουν πλήρως τις εισφορές τους). Η φοροδιαφυγή δεν αποτελεί λογική και αποδεκτή αντίσταση στο άδικο κράτος, αλλά επίταση των στρεβλώσεων του. Στην πρώτη περίπτωση η ευθύνη είναι προσωπική στη δεύτερη συλλογική και βέβαια η ταύτιση των υποκειμένων στις δυο περιπτώσεις τουλάχιστον αυτονόητη.
ü Θεωρούν το κράτος προστάτη μόνο των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Αποσιωπούν ωστόσο πως η υπέρμετρη φορολογία στις μεγάλες επιχειρηματικές μονάδες μπορεί να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη και πολλές από αυτές να μεταφερθούν σε γειτονικές βαλκανικές χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος εκτοξεύοντας τους εγχώριους δείκτες ανεργίας στα ύψη. Οι υπέρμαχοι της αφαίμαξης του επιχειρηματικού κλάδου καταλήγουν στην επιλεκτική αδικία και απέχουν ασυνείδητα (?) ελάχιστα από τους ζητούντες κρατικοποίηση των πάντων ενάντια σε κάθε σύγχρονη έννοια δικαίου.
ü Στον οικονομικό τομέα πάλι(συμπεριλαμβανομένου του κτηματολογίου) οι πολίτες ζητούν ανάλογη αντιμετώπιση και της Εκκλησίας. Όμως σε κάθε προσπάθεια του επίσημου κράτους να διαχωριστεί από την Εκκλησία λαμβάνουν χώρα άτυπα δημοψηφίσματα (βλ. αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες) ή οδηγούνται στις αίθουσες των Δικαστηρίων όσοι προωθούν ουσιαστικά την ανεξιθρησκεία (βλ. Σχολείο Γκράβας). Κάποιοι θα πουν πως αντιδρά μόνο μια συντηρητική μειοψηφία, η οποία παραδόξως έχει τη δύναμη να μονοπωλεί το δημόσιο διάλογο και να χαρακτηρίζει όσους επιθυμούν αφαίρεση των θρησκευτικών συμβόλων από τους δημόσιους χώρους διώκτες της ορθοδοξίας Το κράτος πρέπει να σέβεται κάθε θρήσκευμα, αλλά να μην περιβάλλει κανένα με τον μανδύα της επίσημης κρατικής προώθησης.
ü Η ίδια μειοψηφία αρνείται το χαρακτηρισμό του Έλληνα πολίτη σε κάποιους παραβλέποντας την έννοια του ανθρώπου και εμμένοντας στο χαρακτηρισμό του παράνομου. Κατατάσσει όσους απορρίπτουν πρακτικές διαιώνισης του εθνικισμού και θέλουν πιθανώς να τις εξαλείψουν από το εκπαιδευτικό σύστημα (βλ.Δραγώνα) στους εθνομηδενιστές. Το επίσημο κράτος δεν πρέπει να αναπαράγει θεωρίες εθνικής ματαιοδοξίας που καταλήγουν στον αποκλεισμό και τη μισαλλοδοξία, καθώς δεν υποχρεούται να κάνει πραγματικότητα τις εθνικιστικές φαντασιώσεις καμιάς αυτοαποκαλούμενης εθνικόφρονος μειοψηφίας.
Μάλλον δεν είναι απολύτως διακριτό που σταματά η δράση του κράτους και που ξεκινά η δράση των πολιτών. Κράτος και πολίτες (εχθρός και θύματα σε διαρκή αντιπαράθεση για κάποιους) δεν είναι έννοιες αντικρουόμενες μεταξύ τους, αλλά παραπληρωματικές και αλληλοεγκλειόμενες. Ακόμα και οι μεμονωμένες πράξεις των πολιτών δε γίνεται να μην έχουν ταυτόχρονα συλλογική διάσταση και κοινωνική αντίκτυπο. Αντίστοιχα οι πάσης φύσεως κρατικές πρωτοβουλίες καθορίζουν εν πολλοίς το πλαίσιο δράσης των πολιτών σε μια αμφίδρομη σχέση αλληλοδιαμόρφωσης, αλληλοεξάρτησης και αλληλοβοήθειας. Ο κρατικός μηχανισμός όπλο για τους πολίτες και οι πολίτες δύναμη για το κράτος. Τελικά ίσως το κράτος να μην υπάρχει ούτε πέρα ούτε πάνω από τους πολίτες, αλλά δίπλα σε αυτούς και χάρη σε αυτούς.

Της Μαργαρίτας Ηλιοπούλου

Κατηγορίες:Διάφορα

Ο χρόνος, το τέλος και η ευχή

Δεκέμβριος 31, 2009 Σχολιάστε

Καλές γιορτές στο τέλος του χρόνου! Τέλος και χρόνος- δυο λέξεις μάλλον όχι ιδιαιτέρως αρεστές που οι άνθρωποι μοιάζουν μονίμως να τις αποφεύγουν στο λόγο και ακόμα περισσότερο να προσπαθούν να τις αποφύγουν στη ζωή. Και όμως οι λέξεις αυτές κατέχουν περίοπτη θέση στην πιο κοινότοπη και αγαπημένη ευχή όλων. Ό, τι προσπαθεί κάποιος να αποφύγει όλη την υπόλοιπη χρονιά, τη συγκεκριμένη περίοδο κατά τραγική σχεδόν ειρωνεία αποφασίζουν όλοι μαζί να το γιορτάσουν. Κρύβουμε επισταμένως τα σημάδια του χρόνου απαρνούμενοι ηθελημένα το πέρασμά του και τώρα διατρανώνουμε την ύπαρξή του. Προτιμούμε να τελειοποιούμε παρά να τα τελειώνουμε τα πράγματα και για πρώτη φορά παραδεχόμαστε πως το τέλος έλκει την πραγματικότητα και όχι την τελειότητα. Για μια και μόνο φορά αναγνωρίζουμε πως ο χρόνος υπάρχει, περνάει και τελειώνει. Ίσως έμμεσα παραδεχόμαστε  πως την ίδια πορεία ακολουθεί και η ζωή μας.

Ενώ όμως η ζωή μπορεί κάθε φορά να έχει ένα και μόνο υποκείμενο,  δε συμβαίνει το ίδιο για τα συναισθήματα, καθώς μπορεί να είναι κοινά ανεξάρτητα από τις ποιοτικές διαφοροποιήσεις των υποκειμένων τους. Για παράδειγμα αυτή την περίοδο κάθε χρόνο λαμβάνει χώρα ένας παράδοξος συγχρονισμός συναισθημάτων. Κοινή συνισταμένη τους το χρονικό υπόβαθρο (το τέλος μιας χρονιάς-η έναρξη μιας νέας) και όχι το ακριβές αντικείμενο εορτασμού (εξειδικευμένο από κάθε θρησκευτικό δόγμα) . Δεν είναι μάλιστα τυχαίο πως στο εξωτερικό σε πολλά επίσημα κρατικά κείμενα χρησιμοποιείται η ανώδυνη ευχή “Καλές γιορτές στο τέλος του χρόνου”- ανώδυνη ακριβώς γιατί απευθύνεται σε όλους. Αν ευχηθεί κάποιος “Καλά Χριστούγεννα”, αυτό προϋποθέτει πως τόσο ο πομπός όσο και ο δέκτης της ευχής αποδέχονται το σημαινόμενο αυτής, πως ασπάζονται δηλαδή το ίδιο δόγμα (εν προκειμένω το χριστιανικό). Η καθολικότητα των συναισθημάτων νικά τη μερικότητα των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Καθένας πιστεύει, όλοι νιώθουν. Το άτομο γίνεται σύνολο, το συναίσθημα γίνεται κοινό, οι διαθέσεις ταυτίζονται και ο ορίζοντας της χρονικής πορείας συναντά έστω και για λίγες μέρες το ιδεώδες της οικουμενικότητας.

Η συλλογικότητα αυτή -θα εθελοτυφλούσαμε, αν δεν το αναγνωρίζαμε- συχνά καταβαραθρώνεται στο επίπεδο της άσκοπης μαζικότητας. Καταναλώνουμε μαζικά, διασκεδάζουμε συγχρονισμένα, γιορτάζουμε ταυτόχρονα. Καλύπτουμε για άλλη μια φορά επίπλαστες ανάγκες με υλικά αγαθά, αλλά αυτή τη φορά ο υπερκαταναλωτισμός δε βάλλεται – γιορτάζει. Δεν του αναγνωρίζουμε απλώς την απόλυτη κυριαρχία αυτές τις ημέρες- κάνουμε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο, τον δικαιολογούμε κιόλας. Για μια και μόνο φορά κάθε χρόνο η κατανάλωση ξεπερνά το μέτρο κατά τρόπο που εκλαμβάνεται ως απολύτως φυσικός και εναρμονισμένος προς τις διαθέσεις των ατόμων. Το ότι το μεγαλύτερο μέρος της δικαιολογητικής ρητορείας των ημερών καταλαμβάνεται από το πόσο τα συναισθήματα είναι αυτά που οδηγούν στις συγκεκριμένες πρακτικές εμπεριέχει μια  αληθοφανή παρατήρηση και μια κεκαλυμμένη αλήθεια. Αγοράζουμε, γιατί έτσι νιώθουμε ή αγοράζουμε, για να νιώσουμε?

Βέβαια ο αντίλογος σε όλα αυτά θα ήταν η έξαρση φιλανθρωπίας αυτές τις ημέρες. Αν ο κοινός καταναλωτισμός έχει ως υπόβαθρο την ιδιοτέλεια, η φιλανθρωπία αποτελεί την ύψιστη έκφραση αλληλεγγύης. Αγοράζουμε για εμάς, προσφέρουμε στους άλλους. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ανάγκη, στη δεύτερη για επιλογή. Θα ήθελα να πιστέψω την αλήθεια, αν όμως την ίδια στιγμή μπορούσα να καταρρίψω και την “κακεντρέχεια”. Επιδεικνυόμενη αγάπη προς το συνάνθρωπο ή επιστρεφόμενη αγάπη στον εαυτό μας. Δεν είμαι πεπεισμένη πως η προσφορά στο συνάνθρωπο προκύπτει από ένα πηγαίο αίσθημα αλτρουισμού που προκρίνει τον άλλο και όχι από μια ανομολόγητη ανάγκη υπέρβασης των ενοχών που εκδικούνται για την αδιαφορία που επιδεικνύουμε όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Το δεύτερο ενισχύεται από τον εμφανώς παροδικό χαρακτήρα της φιλανθρωπικής δράσης που μονοπωλεί την εορταστική περίοδο, η περιοδικότητα σταθερή-η ένταση ύποπτα αυξομειούμενη. Δεν ξέρω, αν πράγματι η φιλανθρωπία είναι συνειδητή επιλογή, αλλά μην αντέχοντας άλλη μια παραδεδεγμένη νίκη του εγωισμού αυτό επιλέγω να πιστέψω.

Το μόνο ζήτημα που σίγουρα διαφεύγει της δυνατότητας επιλογής είναι η πορεία που ακολουθεί ο χρόνος αποδεικνύοντας πως η ετερονομία μπορεί να υπεισέρχεται στο περιεχόμενο της ανθρώπινης δράσης όχι όμως και στη χρονική εξέλιξη αυτής. Δεν περνά ο χρόνος, εμείς διαπερνάμε την συνέχειά του και αυτός μας το ανταποδίδει εκδικούμενος. Εγκαταλείπει σε μας ό, τι προσπαθήσαμε να εντάξουμε στη διάστασή του με τη μορφή αναμνήσεων. Γιορτάζουμε την αλλαγή του χρόνου ελπίζοντας πως θα αποτελέσει και μια αλλαγή για τη ζωή μας. Αλίμονο, ο χρόνος περιβάλλει τις πράξεις μας, αλλά δεν μας τις επιβάλλει, οριοθετεί την ύπαρξή μας, αλλά δεν την καθορίζει, επιβλέπει την πρόοδό μας, αλλά δεν παραβλέπει τα λάθη μας……

Στο τέλος κάθε χρονιάς συνηθίζουμε να κάνουμε έναν απολογισμό του τι προηγήθηκε και μια στοχοθεσία του τι θέλουμε να ακολουθήσει. Απολογισμός και στοχοθεσία είναι το απόλυτο δίπολο έναρξης-λήξης που ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Ίσως να αποτελεί και έναν οιονεί συγκριτικό βιασμό παρελθόντος και μέλλοντος. Όμως όπως δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια το μέλλον, έτσι δεν μπορούμε να κάνουμε και το αντίστροφο- να καταγράψουμε με ακρίβεια το παρελθόν. Στον χρόνο που φεύγει κάνουμε το λάθος να καταλογίζουμε μόνο όσα κάναμε και σε αυτόν που έρχεται όσα θα κάνουμε. Όμως στον παλιό ανήκουν και όσα δεν προλάβαμε να κάνουνε ή όσα αφήσαμε ημιτελή.

Και επειδή τη ζωή τη διακρίνει η συνέχεια και δεν καταλαβαίνει τις εναλλαγές στην ημερολογιακή αποτύπωση, τίποτα δε μένει πίσω στο χρόνο, αλλά όλα μένουν μέσα στους ανθρώπους. Τη ζωή μας την κουβαλάμε εμείς, δεν μας τη φέρνει ο χρόνος. Στον παλιό ανήκουν τα αγαπημένα πρόσωπα που χάσαμε και στο νέο οι αναμνήσεις από τις στιγμές που περάσαμε μαζί τους. Στον παλιό ανήκουν οι καινούριοι φίλοι που αποκτήσαμε, στο νέο ανήκει όλη η παρέα που θα κάνουνε πλέον μαζί τους. Στον παλιό ανήκουν οι ήττες μας και στο νέο η δύναμη να τις ξεπεράσουμε και πάλι. Στον παλιό ανήκουν οι επιτυχίες που σημειώσαμε, και στο νέο η θέληση να στοχεύσουμε σε καινούριες. Δεν γιορτάζουμε το χρόνο που περνάει απλώς. Γιορτάζουμε το χρόνο που αλλάζει τη ζωή μας. Γιορτάζουμε για εμάς που θέλουμε να την αλλάξουμε, για εμάς που δε χρειαζόμαστε λίστες με καθαρογραμμένους στόχους  για το νέο έτος, για εμάς που ξέρουμε τι θέλουμε να κάνουμε……. και αν δεν το ξέρουμε ακόμα ακριβώς, έχουμε έναν ολόκληρο χρόνο για να το ανακαλύψουμε!!!!!!!

Της Μαργαρίτας Ηλιοπούλου

Κατηγορίες:Διάφορα

»Η χαμένη δεκαετία»

Δεκέμβριος 26, 2009 Σχολιάστε

Έτσι χαρακτηρίζει την δεκαετία 2000-2009 το γερμανικό περιοδικό »Der Spiegel». Δεκαετία υπερβολών. Δεκαετία κρίσεων. Κρίση της ειρήνης. Κρίση οικονομική. Κρίση περιβαλλοντική. Κρίση δημοκρατική!

Η κρίση της 9/11: Οι επιθέσεις στο World Trade Center της Νέας Υόρκης και στο Πεντάγωνο της Ουόσιγκτον σηματοδότησαν την αλλαγή. Η παγκόσμια δυτική υπερδύναμη απώλεσε το αίσθημα της ευφορίας και τραυματίστηκε. Το τραύμα της ήταν τόσο βαθύ που γέννησε μια νέα πολιτική. Την »πολιτική του φόβου», όπως πρώτος την αποκάλεσε ένας καθηγητής νομικής και γερουσιαστής του Σικάγο επονόματι Barack Obama. Προειδοποιούσε πως έτσι θα επέβαλαν ό,τι πριν θεωρούνταν ανεφάρμοστο. Δεν είναι μόνο η άποψη των πολιτών για τις κυβερνήσεις τους που άλλαξε. Το σημαντικότερο υποστηρίζει το Spiegel είναι πως έκτοτε άλλαξε ο τρόπος που κάθε δυτική κυβέρνηση κοιτάζει τους πολίτες της. Φαίνονται πλέον ανήσυχες, αγωνιώδης, καχύποπτες και αυταρχικές. Κάποιοι μιλούσαν για την ανάγκη θεσμοθέτησης θεμελιώδους δικαιώματος ασφάλειας. Όσοι αντιθέτως μιλούσαν για δικαίωμα στην ανωνυμία θεωρήθηκαν ύποπτοι. Το πνεύμα της πρόληψης κατήργησε στην πράξη το τεκμήριο αθωότητας. Παράπλευρη συνέπεια και η θρησκευτική μισαλλοδοξία. Μια υστερική ισλαμοχριστιανική σύγκρουση. Δανέζικα σκίτσα και ελβετικοί μιναρέδες σε ένα θρησκευτικά φορτισμένο και πολεμοχαρές φόντο. Αμπού Γκράιμπ και Γκουαντάναμο. Εικόνες ντροπής. Εικόνες φρίκης. Ένας πόλεμος με γελοία αφορμή. Όπλα μαζικής καταστροφής την ονόμασαν.

Κρίση οικονομική: Το 1818 ένας Κάρολος το γένος Μάρξ βαφτίστηκε στο Trier. Αργότερα έγραφε στο Κεφάλαιο: »Το κεφάλαιο απεχθάνεται την έλλειψη κέρδους ή τα πολύ μικρά κέρδη, όπως η φύση απεχθάνεται το κενό. Με το κατάλληλο κέρδος ξυπνάει το κεφάλαιο. 10% σίγουρο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού. 20% έχει μια δυναμική. 50% θετικό θράσος. 100% βάζει όλους τους ανθρώπινους νόμους κάτω από τα πόδια του. 300% και δεν υπάρχει έγκλημα που δεν θα ρισκάρει, ακόμα και με τον κίνδυνο της κρεμάλας.» Έτσι και έγινε. Η κρίση ήρθε. Οι κεντρικές τράπεζες πλημμύρισαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα με ρευστότητα με τους διαχειριστές να μην ξέρουν τι να την κάνουν. Μία ερώτηση υπήρχε στα χρόνια του »μηδέν»: πως μπορώ να βγάλω περισσότερα και ταχύτερα χρήματα; Ο καπιταλισμός λύγισε. Έχασε την εμπιστοσύνη. 1,5 τρις $ ρίχτηκαν συνολικά στις G-20 στη μάχη της διάσωσης του. Την ίδια στιγμή το κοινωνικό κράτος εμφανίζεται αποστεωμένο μπροστά στην νέα δημογραφική απειλή: τα γηρατειά. Ο Paul Volcker πρώην επικεφαλής της FED και νυν σύμβουλος του Ομπάμα πρότεινε τον διαχωρισμό κερδοσκοπίας και δανεισμού. Ήθελε να κάνει το επάγγελμα του τραπεζίτη πάλι βαρετό. Η πρόταση του απορρίφθηκε. Η χαμένη δεκαετία δεν έχει τελειώσει ακόμα…

Κλιματική κρίση: Η IPCC -ένωση των διεθνώς κορυφαίων επιστημόνων- προβλέπει αύξηση της θερμοκρασίας της γης κατά 6,4 βαθμούς κελσίου ως το τέλος του αιώνα. Ο τρόπος ζωής προβληματικός. Αγοράζεις και οδηγείς στην καταστροφή. Η καλύτερη ζωή έγινε συνώνυμη του μεγαλύτερου σπιτιού, του ακριβότερου αμαξιού, της μοδάτης τσάντας. Και τώρα; Αδράνεια. Φόβος μπροστά στον κίνδυνο μείωσης της κατανάλωσης. Διάψευση ελπίδων και στην σύνοδο της Κοπεγχάγης. Ηγέτες που αδυνατούν να αντικρίσουν τα πραγματικά προβλήματα.

Κρίση της δημοκρατίας: Ολυμπιακοί αγώνες η βιτρίνα. Καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο παρασκήνιο. Η Κίνα, η ανερχόμενη υπερδύναμη, δεν βλέπει καμία διαφορά μεταξύ Γκουαντάναμο και διωκομένων ακτιβιστών του Θιβέτ. Και έχει δίκιο! Το δυτικό πολιτικό σύστημα έχει απολέσει το διεθνές του κύρος. Δεν είναι πλέον βέβαιο ότι θα επικρατήσει παντού. Οι ευρωεκλογές δίνουν το στίγμα: αδιαφορία και απαξίωση. Απογοήτευση ορθότερα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά γελοιοποιείται επειδή είναι τόσο αργή και δυσκίνητη τόσο ασυνεχώς ενωμένη και τόσο γραφειοκρατικά οργανωμένη.

Η πρώτη δεκαετία είναι χαμένη. Γιατί είναι μια δεκαετία υπερβολής, υπερπροσπαθειών και υπεραντιδράσεων.

Κατηγορίες:Διάφορα

2 παρατηρήσεις για την ελληνική οικονομία

Δεκέμβριος 24, 2009 2 Σχόλια

Πρώτη παρατήρηση: όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα το ελληνικό χρέος βρισκόταν σταθερά από το κατά τις δεκαετίες 1991-2000 και 2001-2010 σε πολύ υψηλά επίπεδα. Νούμερο 1 αιτία της σημερινής κατάστασης αποτελεί το γεγονός πως το ελληνικό χρέος δεν αντιμετωπίστηκε στα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης. Από το 1993 μέχρι και το 2003 παρατηρείται μια αλματώδης αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ, σε σχετική αντιστοιχία με το ΑΕΠ της ΕΕ των 15. Σε αυτό το διάστημα της ευφορίας δεν αντιμετωπίστηκε επαρκώς το δημόσιο χρέος, καθώς η μεγάλη αύξηση του παραγόμενου »εντός των τειχών» πλούτου δεν συνεπαγόταν αντίστοιχου μεγέθους μείωση του δημοσίου χρέους. Αποτέλεσμα; Η σημερινή τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας που με την επαπειλούμενη κατάρρευσή της απειλεί ακόμη και το ΕΥΡΩ. Έχει υπολογιστεί πως για κάθε μία μονάδα αύξησης του spread η Εθνική, η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, χάνει περί τα 5 εκατομμύρια ευρώ. Με δεδομένη την διαφορά απόδοσης ελληνικών και γερμανικών ομολόγων, διαπιστώνεται μια απώλεια της τάξης των περισσοτέρων από 1 δις ευρώ για τις (περίπου) 250 μονάδες βάσης διαφορά. Τι σημαίνει αυτό για την ελληνική οικονομία; Ο ακριβότερος δανεισμός της χώρας σε σύγκριση με την Γερμανία σημαίνει πως για την δανειοδότηση 55 δις ευρώ σε πρόγραμμα 5ετούς εξόφλησης που έχει ανάγκη η χώρα για το 2010 θα επέρχεται μια επιβάρυνση στο δημόσιο χρέος ύψους 550 εκατομ. ευρώ σε κάθε προϋπολογισμό. Με τα 2,7 δις ευρώ που θα μπορούσε να εξασφαλίσει το ελληνικό δημόσιο θα μπορούσε να καλύψει την εξαγγελλόμενη αύξηση της χρηματοδότησης για την Παδεία (1 δις τον πρώτο χρόνο), να εξοφλήσει τους απλήρωτους εκπαιδευτικούς και γιατρούς αλλά και να αυξήσει το επίδομα ανεργίας στο 70% του βασικού μισθού, όπως είχε υποσχεθεί.

Πηγή: Eurostat

Δεύτερη παρατήρηση: το τεράστιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον οργανισμό »Ease of doing business» η Ελλάδα θα βρίσκεται το 2010 στην 109η θέση της παγκόσμιας κατάταξης (από 100η το 2009). Που βρίσκονται οι »όμοιοι» μας; Η Τουρκία 73η, η Βουλγαρία 44η, η Ρουμανία 55η, η Πορτογαλία 48η, η Τσεχία 74η η Αλβανία 82! Αναλυτικότερα για την Ελλάδα:

  • Στην έναρξη επιχείρησης κατέχει την 140η θέση με μ.ο. τις 19 ημέρες.
  • Στην απασχόληση την 147η λόγω κυρίως της δυσκολίας πρόσληψης (δείκτης 44).
  • Στην εξασφάλιση ιδιοκτησίας την 107η θέση.
  • Στις οικοδομικές άδειες την 50η θέση.
  • Στην αποδοχή πιστώσεων την 87η θέση.
  • Στην προστασία των επενδυτών την 154η θέση.
  • Στην πληρωμή φόρων την 76η θέση.
  • Στο κλείσιμο επιχείρησης την 43η θέση.

Υπάρχει λόγος αισιοδοξίας; Παρά την πολύ δύσκολη συγκυρία μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι γιατί:

  1. Γίνεται αντιληπτή επιτέλους η κρισιμότητα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
  2. Καθιερώνεται η Ενιαία Αρχή Πληρωμών.
  3. Παγώνουν οι προσλήψεις στο Δημόσιο για το 2010.
  4. Ανεξαρτητοποιείται η Στατιστική Υπηρεσία.
  5. Θα έρθει το καλοκαίρι οπότε και αναμένεται αύξηση της κίνησης στον τουρισμό και την ναυτιλία.
Κατηγορίες:Διάφορα